ἀσκαλώπας

ἀσκαλώπας
Grammatical information: m.
Meaning: `woodcock, Scolopax ruricola (rusticola?)' (Arist.)
Other forms: ending with long ᾱ?
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Prob. identical with σκολόπαξ. A substr. word with typical variations.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκαλώπας — ἀσκαλώπᾱς , ἀσκαλώπας woodcock masc acc pl ἀσκαλώπᾱς , ἀσκαλώπας woodcock masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκαλώπακας — ο (Α ἀσκαλώπας) σκολόπαξ ο αγροδίαιτος, μπεκάτσα, ξυλόκοτα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ασκαλώπας, που απαντά στον Αριστοτέλη, θα πρέπει να αποτελεί διαλεκτική λ. (υπόθεση στην οποία οδηγεί το κατά πάσα πιθανότητα μακρό, ληκτικό ᾱ), προέρχεται δε από α… …   Dictionary of Greek

  • σκλούπα — και σκουλούπα και σκλώπα, η, Ν [άσκαλώπας] ζωολ. (στην Κρήτη) ονομασία διαφόρων ειδών κουκουβάγιας …   Dictionary of Greek

  • σκολόπακας — ο / σκολόπαξ, ακος, ΝΑ το πουλί μπεκάτσα («ὁ μὲν κόρυδος καὶ ὁ σκολόπαξ καὶ ὄρτυξ ἐπὶ δένδρων οὐ καθίζουσιν, ἀλλ ἐπὶ τῆς γῆς», Αριστοτ.) νεοελλ. στον πληθ. οι σκολόπακες ζωολ. γενική ονομασία παρυδάτιων χαραδριόμορφων πτηνών τής οικογένειας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.